«Δαπανήσαντος δὲ αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὸς κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην, καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι» (Λουκ. 15,14
Ἀρχίζω, ἀγαπητοί μου, μὲ ἕνα ἐρώτημα· Τί εἶνε ἁμαρτία; Ἐὰν μπορούσαμε νὰ τὸ νιώσουμε, θὰ χτυπούσαμε τὰ ἁμαρτωλά μας στήθη κι ἀπὸ τὰ βάθη μας θὰ ἔβγαινε ἡ φωνὴ τῶν μετανοούντων· «Ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου» (Λουκ. 15,18,21) καὶ «Ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ» (ἔ.ἀ. 18,13). Ἐὰν μπορούσαμε νὰ νιώσουμε τὴ φρίκη τῆς ἁμαρτίας, δὲν θὰ ἔπαυαν τὰ μάτια μας νὰ κλαῖνε, τὰ χέρια μας νὰ ἐλεοῦν, τὰ γόνατά μας νὰ κάνουν μετάνοιες· θὰ φεύγαμε στὶς σπηλιὲς καὶ στὰ βουνά, νὰ ζητήσουμε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ.